Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009

Η ηχώ,,,,,,,,

Ο μικρός πρίγκιπας σκαρφάλωσε σ' ένα ψηλό βουνό.
Τα μοναδικά βουνά που είχε δει στη ζωή του,
ήταν τα τρία ηφαίστεια του πλανήτη του που του έφταναν μέχρι τα γόνατα.
Και το σβησμένο ηφαίστειο, το χρησιμοποιούσε σαν σκαμνί.
«Από ένα τόσο ψηλό βουνό σαν αυτό, σκεφτόταν,
σίγουρα θα δω ξαφνικά όλο τον πλανήτη κι όλους τους ανθρώπους...»
Όμως, το μόνο που αντίκρισε ήταν οι ίδιες με βελόνες μυτερές κορφές των βράχων.
- Καλημέρα! είπε, έτσι ολότελα στην τύχη.
- Καλημέρα... Καλημέρα... Καλημέρα.. απάντησε η ηχώ.
- Ποιοι είσαστε; είπε ο μικρός πρίγκιπας.
- Ποιοι είσαστε... ποιοι είσαστε... ποιοι είσαστε... απάντησε η ηχώ.
- Σας θέλω φίλους μου, είμαι μόνος, είπε.
- Είμαι μόνος... είμαι μόνος... απάντησε η ηχώ.
«Παράξενος πλανήτης! σκέφτηκε.
Είναι ολότελα ξερός, όλο μυτερές κορφές και παντού αλάτια.
Όσο για τους ανθρώπους δεν έχουν καθόλου φαντασία.
Ότι τους λες, σου το ξαναλένε...
Στον πλανήτη μου είχα ένα λουλούδι:
εκείνο μου μιλούσε πάντα πρώτο...»
Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

Και αργά στο άνεμο,,,,,

ΝΑΟΙ στο σχήμα τ' ουρανού
και κορίτσια ωραία
με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!
Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας
και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε ο Ιούλιος με το φωτεινό πουκάμισο
και ο Αύγουστος ο πέτρινος με τα μικρά του ανώμαλα σκαλιά.
Φύγανε και στα μάτια μέσα των βυθών ανερμήνευτος
έμεινε ο αστερίαςκαι στα βάθη μέσα των ματιών
ανεπίδοτο έμεινε το ηλιοβασίλεμα!
Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.
Τείχισε τις πλευρές του κόσμου
και από το μέρος τ' ουρανού σήκωσε
τις εννέα επάλξεις
και στην πλάκα επάνω του βωμού σφαγίασε το σώμα
τους φρουρούς πολλούς έστησε στις εξόδους.
Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.
Ναοί στο σχήμα τ' ουρανού και κορίτσια ωραία
με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε.
Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας
και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανεο Μαΐστρος με το μυτερό του σάνταλο
και ο Γραίγος ο ασυλλόγιστος με τα λοξά του κόκκινα πανιά.
Φύγανε και βαθιά κάτω απ' το χώμα συννέφιασε ανεβάζοντας
χαλίκι μαύρο και βροντές, η οργή των νεκρών
και αργά στον άνεμο τρίζοντας
εγυρίσανε πάλι με το στήθος μπροστά
φοβερά, των βράχων τ' αγάλματα!
Ο. Ελύτης

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

Τέλος


Και όταν έτριζε η βροχή στα πεσμένα φύλλα,
πόση ανατριχίλα μέσα στην ψυχή,,,,.
Κάποια κόκκινη πληγή που δεν λέει να κλείσει,
το μικρό ξωκλήσι δίπλα στην πηγή
Και μια κίτρινη σιγή στο παλιό μας δάσος,
πώς να σε ξεχάσω που σε πήρε η γη,,,,,,.


Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009

Ασημένιο ποίημα



Ξέρω πως είναι τίποτε όλ' αυτά και

πως η γλώσσα που μιλώ δεν έχει αλφάβητο.

Aφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή
συλλαβική που την αποκρυπτογραφείς μονάχα στους
καιρούς της λύπης και της εξορίας

Kι η πατρίδα μια τοιχογραφία μ' επιστρώσεις

διαδοχικές φράγκικες ή σλαβικές που αν τύχει

και βαλθείς για να την αποκαταστήσεις

πας αμέσως φυλακή και δίνεις λόγο

Σ' ένα πλήθος Eξουσίες ξένες μέσω της δικής σου πάντοτε

Όπως γίνεται για τις συμφορές

Όμως ας φανταστούμε σ' ένα παλαιών καιρών αλώνι

που μπορεί να 'ναι και σε πολυκατοικία

ότι παίζουνε παιδιά και ότι αυτός που χάνει

Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς να πει

στους άλλους και να δώσει μιαν αλήθεια

Oπόταν βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν

στο χέρι τους ένα μικρό

Δώρο ασημένιο ποίημα,,,,,. Ο. Ελύτης

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009

Λίγα,,,,


Λίγα γαρούφαλα απομένουνε στις γλάστρες

Στον κάμπο θα 'χουν κιόλας οργώσει τη γης

Ρίχνουν το σπόρο

Έχουν μαζέψει τις ελιές

Όλα ετοιμάζονται για το χειμώνα

Κι εγώ γεμάτος απ' την απουσία σου

Φορτωμένος με την ανυπομονησία των μεγάλων ταξιδιών

Περιμένω σαν αγκυροβολημένο φορτηγό μέσα στην Προύσα ,,,, Ναζίμ Χικμέτ.

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2009

Τόσο εύλογο το ακατανόητο,,,,.



Η ΓΕΝΕΣΙΣ

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ το φως Και η ώρα η πρώτη
που τα χείλη ακόμη στον πηλό

δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου

Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί

Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα

γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες
κάτω απ' τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες

Εκεί μόνος αντίκρισα

τον κόσμο

κλαίγοντας γοερά
Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα

Είδα τότε θυμάμαι

τις τρεις Μαύρες Γυναίκες

να σηκώνουν τα χέρια κατά την Ανατολή

Χρυσωμένη τη ράχη τους και το νέφος που άφηναν

λίγο λίγο σβήνοντας
δεξιά Και φυτά σχημάτων άλλων

Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου

πολυάχτιδος όλος που καλούσε

Και αυτός αλήθεια που ήμουνα

Ο πολλούς αιώνες πριν

Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά

Ο άκοπος απ' τον ουρανό

Ένιωσα ήρθε κι έσκυψε

πάνω απ' το λίκνο μου ίδια η μνήμη γινάμενη

παρόν τη φωνή πήρε των δέντρων, των κυμάτων:
«Εντολή σου» είπε «αυτός ο κόσμος

και γραμμένος μες στα σπλάχνα σου είναι

Διάβασε και προσπάθησε

και πολέμησε» είπε «Ο καθείς και τα όπλα του»

είπε Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει
νέος δόκιμος Θεός για να πλάσει μαζί αλγηδόνα κι ευφροσύνη.

Πρώτα σύρθηκαν με δύναμη
και ψηλά πάνω από τα μπεντένια ξεκαρφώθηκαν πέφτοντας

οι Εφτά Μπαλτάδες
καταπώς η Καταιγίδα

στο σημείο μηδέν όπου ευωδιάζει

απαρχής πάλι ένα πουλί καθαρό παλιννοστούσε

το αίμα και τα τέρατα έπαιρναν την όψη ανθρώπου
Τόσο εύλογο το Ακατανόητο,,,,,,,Ο.Ελύτης

Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

Η αχτίδα ,,,


Θυμώνει ο ήλιος, ο ίσκιος του αλυσοδεμένος κυνηγάει τη θάλασσα
Ένα σπιτάκι, δυο σπιτάκια, η φούχτα που άνοιξε από τη δροσιά και
μυρώνει τα πάντα
Φλόγες και φλόγες τριγυρνούν ξυπνώντας τις κλειστές πόρτες
των γέλιων
Είναι καιρός να γνωριστούνε οι θάλασσες με τους κινδύνους
Τι θέλετε ρωτά η αχτίδα, και τι θέλετε ρωτά η ελπίδα κατεβάζοντας
τ' άσπρο της ποκάμισο
Μα ο άνεμος στέρεψε τη ζέστη, δυο μάτια σκέπτονται
Και δεν ξέρουν που να καταλήξουν είναι τόσο πυκνό το μέλλον τους
Μια μέρα θα 'ρθει που ο φελλός θα μιμηθεί την άγκυρα και
θα κλέψει τη γεύση του βυθού
Μια μέρα θα 'ρθει που ο διπλός εαυτός τους θα ενωθεί
Πιο πάνω ή πιο κάτω από τις κορυφές που εράγισε το αποψινό
τραγούδι
Του Έσπερου, δεν έχει σημασία, η σημασία είναι άλλου,,,.
Ο. Ελύτης